Quote:
Κάθεται ένας τύπος σε ένα παγκάκι και λίγο πιο πέρα βλέπει μια παρέα παιδιών. Κάνοντας νεύμα σε μία κοπελίτσα, εκείνη έρχεται κοντά του.
- Αν σου δώσω μία σοκολάτα θα με αφήσεις να σου πιάσω το κωλαράκι;
Εκείνη δέχεται και ύστερα γυρίζει στην παρέα της. Την ξαναφωνάζει μετά ο τύπος και της λεει:
- Αν σου δώσω άλλη μία σοκολάτα θα με αφήσεις να σου πιάσω το μουνάκι;
Εκείνη δέχεται ξανά και μετά επιστρέφει και πάλι πίσω στους φίλους της. Ύστερα από λίγο ο τύπος της ξανακάνει νεύμα και εκείνη τον πλησιάζει ξανά.
- Αν σου δώσω και άλλη σοκολάτα θα με αφήσεις να σου βγάλω το βρακάκι;
Η κοπελίτσα δέχεται ξανά την πρόταση και μετά πηγαίνει πάλι στην παρέα της. Τα υπόλοιπα παιδάκια βλέποντάς την να τρωει πάλι σοκολάτα τη ρωτούν τι έγινε και εκείνη αποκρίνεται:
- Τι να σας πω ρε παιδιά. Μέχρι να με γαμήσει αυτός, θα 'χω πάθει ζάχαρο!
Ένας άλλος τύπος κάθεται σε ένα παγκάκι και φωνάζει μια κοπελίτσα που παίζει αμέριμνη πιο πέρα.
- Αν σου δώσω μία καραμέλα θα μου ξεκουμπώσεις το παντελόνι;
Εκείνη δέχεται και του ξεκουμπώνει το παντελόνι.
- Αν σου δώσω άλλη μια καραμέλα θα βγάλεις τον πούτσο μου έξω;
Η κοπελίτσα δέχεται ξανά και βγάζει το πέος του τύπου έξω από το παντελόνι.
- Αν σου δώσω και άλλη καραμέλα θα μου τον χαϊδέψεις λίγο;
Οπότε γυρνάει η κοπελίτσα και του λεει:
- Ρε φίλε, δε μου δίνεις όλο το σακουλάκι με τις καραμέλες, να σου πάρω μια πίπα, να τελειώνουμε;
Ένα γέρικο ζευγάρι κάθεται στο ορεινό θέρετρο σε ένα ξενοδοχείο και απολαμβάνουν τη θέα. Μια στιγμή η γριά λεει στο γέρο.
- Τώρα δα θα ήθελα παγωτό μπανάνα!
- Πάω να σου φέρω! λεει αυτός ο ιππότης!
- Άσε, άσε, θα το ξεχάσεις πάλι στο δρόμο και θα μου φέρεις ότι θες.
- Όχι δεν θα το ξεχάσω!
- Καλά, θα θυμηθείς να τους πεις να βάλουν και σιρόπι;
- Θα το θυμηθώ! Μετά μισή ώρα να 'τον πίσω με δυο πίτες-γύρο και πατάτες.
Αμέσως η γριά του λεει:
- Το ήξερα ότι θα ξεχνούσες το τζατζίκι...
Δυο τύποι που δούλευαν στην ίδια εταιρεία κάνουν μεσημεριανό διάλειμμα. Πάει ο ένας να πάρει κάτι από το απέναντι φαστφουντάδικο αλλά μόλις περνά το δρόμο μέχρι τη μέση κάνει απότομα μεταβολή και γυρίζει πίσω.
- "Ξέρεις", λεει στον άλλον "ακριβώς στον πάγκο κάθονται η γυναίκα μου και η ερωμένη μου. Δεν θέλω να με δουν ταυτόχρονα και οι δυο!
- "Άσε", λεει ο άλλος "πάω εγώ!"
Πάει μα μόλις αντικρίζει τις δυο γυναίκες κάνει κι αυτός μεταβολή στα γρήγορα. Γυρίζει και λεει στον πρώτο.
- Μικρός που είναι ο κόσμος....
Πέθανε ο Μανολιός κι έμεινε ο κολλητός του ο Μιχαλιός μόνος του. Είχαν όμως συμφωνήσει ότι όποιος πέθαινε πρώτος, θα έβρισκε έναν τρόπο να πει στον άλλον πώς ήταν τα πράματα εκεί που θα πήγαινε. Σίγουρος ο Μιχαλιός ότι ο φίλος του θα 'βρισκε τρόπο να του περάσει το μήνυμα απ' τον άλλο κόσμο, περίμενε με υπομονή. Κάποια νύχτα, μετά από μήνες, άκουσε τη φωνή του Μανολιού να τον φωνάζει.
- "Εσύ είσαι, Μανολιό;" ρώτησε χαμηλόφωνα.
- Εγώ 'μαι, ρε. Δε με γνώρισες;
- Πώς είναι τα πράματα εκεί;
- Πολύ καλός καιρός, λιβάδια με άφθονο γρασίδι, νερό πολύ, καλό φαΐ και ξάπλες χωρίς καμιά έγνοια.
- "Περνάς καλά δηλαδή;" ρώτησε ο Μιχαλιός με αγωνία.
- Περίφημα! Ξυπνάω το πρωί, τρωω, ρίχνω ένα πήδημα. Κατά τις 10 ρίχνω άλλο ένα πήδημα, πάω για μπάνιο, τρωω για μεσημέρι, ρίχνω άλλο ένα πήδημα, παίζω λίγο με την μπάλα, ρίχνω άλλο ένα πήδημα, πάω μια βόλτα, γυρνάω, ρίχνω άλλο ένα πήδημα, το βραδάκι τρωω, ρίχνω ένα ακόμη πήδημα και πάω για ύπνο.
- Πολλά πηδήματα, ρε φίλε. Είναι εύκολο το σεξ εκεί;
- Εύκολο λεει! Άκου εύκολο! Σάμπως κάνουμε κι άλλη δουλειά εδώ πέρα;
- Και πού είσαι, Μανολιό μου; Στον παράδεισο;
- Σε ποιον παράδεισο, ρε κόπανε; Κουνέλι είμαι στην Αυστραλία!
Η κυρία βάζει τα παιδιά να γράψουν έκθεση με θέμα το μήλο. Ο Τοτός όμως διάβασε για το σκουλήκι κι έτσι γράφει:
"Το μήλο βγαίνει από ένα δέντρο, τη μηλιά. Όταν ωριμάσει το μήλο πέφτει από τη μηλιά και το μαζεύουμε από κάτω. Αν δεν το μαζέψουμε και το αφήσουμε κάτω, τότε θα βγάλει σκουλήκια. Το σκουλήκι είναι..."
Η δασκάλα θυμώνει αλλά δεν λέει τίποτε. Η επόμενη έκθεση που βάζει στα παιδιά έχει θέμα το σπίτι. Ο Τοτός και πάλι ξέρει μόνο για το σκουλήκι. Γράφει λοιπόν:
"Το σπίτι είναι το μέρος που μένουμε. Το σπίτι έχει τοίχους, ταβάνι, πόρτες και παράθυρα. Τα παράθυρα είναι φτιαγμένα από ξύλο. Το ξύλο θέλει περιποίηση, γιατί αν δεν το περιποιηθούμε θα βγάλει σκουλήκια. Το σκουλήκι είναι..."
Αγανακτισμένη η δασκάλα ψάχνει να βρει ένα θέμα που να μην μπορεί να το πάει ο Τοτός στο σκουλήκι. Και βάζει έκθεση με θέμα: Το φεγγάρι. Η έκθεση του Τοτού:
"Χθες το απόγευμα καθόμουν στον κήπο μας. Κάθισα μέχρι που βράδιασε και βγήκε το φεγγάρι. Άρχισα να χαζεύω το φεγγάρι και πόσο όμορφο ήταν. Ξαφνικά, εκεί που κοιτούσα το φεγγάρι, σκύβω κάτω και τι να δω; Στα πόδια μου ήταν ένα σκουλήκι. Το σκουλήκι είναι..."
Πάει ένας σ' ένα εστιατόριο και λεει στο γκαρσόν:
- Γκαρσόν για έλα κοντά, ποια είναι η σημερινή σπεσιαλιτέ, αλλά άσε μη μου πεις θα το καταλάβω για φέρε μου την γραβάτα σου να μυρίσω.
Την μυρίζει ο τύπος και του λεει:
- Σήμερα έχει κρέας με μακαρόνια έτσι;
- "Έτσι", λεει το γκαρσόν και του φέρνει.
Την άλλη μέρα το ίδιο, μυρίζει την γραβάτα ξανά και του λεει:
- Α, σήμερα έχει μπριάμ έτσι;
- "Έτσι", λεει το γκαρσόν και του φέρνει.
Την άλλη μέρα το ίδιο, μυρίζει την γραβάτα ξανά και του λεει:
- Α, σήμερα έχει σουφλέ τυριών.
Και βέβαια το γκαρσόν για άλλη μια φορά του το φέρνει. Σκέφτεται το γκαρσόν, όταν σχόλασε πως δεν είναι κατάσταση αυτή πια, έτσι αποφασίζει και το λεει στην μάνα του.
- Ρε μάνα έχω έναν πούστη που κάθε μέρα έρχεται στο μαγαζί και μυρίζοντας την γραβάτα μου ξέρει τη σπεσιαλιτέ της ημέρας. Τι να κάνω μ' αυτόν;
Τότε η μάνα σα έξυπνη που ήταν αρπάζει την γραβάτα και την τρίβει στο μουνί της λέγοντας στο γιο της:
- Πάρ' την και άμα και τώρα βρει τι φαγητό είναι η αυριανή σπεσιαλιτέ να με φτύσεις.
Την επόμενη, ξανά ο ίδιος τύπος:
- Ξέρω, ξέρω την γραβάτα πάλι.
- Βέβαια.
- Ορίστε.
- Για να μυρίσω.
Μυρίζει ξαναμυρίζει τον βλέπει από πάνω μέχρι κάτω και του λεει ωμά.
- Ρε, της κυρά-Ελένης ο γιος είσαι;
Μια σύζυγος θέλει να αγοράσει έναν παπαγάλο παει λοιπόν σε ένα μαγαζί κατοικίδιων ζωών και ζητάει ένα παπαγάλο.
- Κυρία μου, έχω αυτόν εδώ τον υπέροχο παπαγάλο που μιλάει 9 γλώσσες, να φανταστείτε ότι τον είχαν στον ΟΗΕ παλιά για μεταφραστή.
- Και τι κοστίζει;
- 2 εκατομμυριάκια.
- Αστειεύεστε, είναι πανάκριβος...κάτι άλλο μήπως;
- Βεβαίως, έχω αυτόν εδώ που κοστίζει 700 χιλιάρικα και μιλάει μόνο ελληνικά, αλλά ξέρει να μαθαίνει και σε άλλους παπαγάλους να μιλούν...δηλαδή επένδυση με καλές προοπτικές.
- Μπα...δεν συζητώ τέτοιες τιμές. Άλλον έχετε;
- Έχω και αυτόν εδώ για 20 χιλιάδες αλλά έχει ένα ελάττωμα.
- Τι ακριβώς?
- Να, παλιά τον είχαν σε ένα μπουρδέλο..
- Δεν με πειράζει, τον παίρνω. Σκεπάζει λοιπόν το κλουβί με το ειδικό αδιαφανές ύφασμα πληρώνει και τον παει σπίτι τις. Με το που τραβάει το πανί...ο παπαγάλος (με ένα βλέμμα εξερευνητικό και παμπόνηρο) κοιτάει το δωμάτιο και αρχίζει:
- Όπα τι βλέπω, το μπουρδέλο έκανε ανακαίνιση;
Κοιτάζει την κύρια.
- Μπράβο, και καινούρια τσατσά...πρόοδος!
Ανοίγει η πόρτα και μπαίνουν μέσα οι κόρες της κυρίας για να δουν το καινούριο ζωάκι.
- Καλά, θα τρελαθώ ...κάναμε μεταγραφή και καινούρια πουτανάκια; Δεν παιζόμαστε!
Μπαίνει και ο σύζυγος της κυρίας.
-Ο Θανασάκης όμως.....τακτικός πελάτης!
Μια γυμνή γυναίκα μπαίνει σ' ένα μπαρ. Πλησιάζει τον πάγκο και παραγγέλνει στον μπάρμαν ένα διπλό ουίσκι. Ο μπάρμαν την κοιτάει κάπως περίεργα και δεν κάνει καμιά κίνηση να τη σερβίρει.
- "Καλά, δεν άκουσες τι σου είπα;", του λέει.
Ο μπάρμαν συνεχίζει να την κοιτάει με περιέργεια.
- "Τι κοιτάς ρε φίλε", συνεχίζει αυτή, "δεν έχεις ξαναδεί γυμνή γυναίκα;"
- "Ναι", απαντάει ο μπάρμαν, "αλλά σκέφτομαι από πού θα βγάλεις να με πληρώσεις..."
Ήτανε μια αρκούδα φόβητρο για το χωριό. Ούρλιαζε όλη τη νύχτα και όλοι οι κάτοικοι ήταν τρομοκρατημένοι. Ο καλύτερος κυνηγός του χωριού, αποφασίζει να πάρει την κατάσταση στα χέρια του. Αρματώνεται και βγαίνει στο δάσος. Εκεί που πήγαινε έρποντας και σιγά - σιγά του την πέφτει από πίσω η αρκούδα και τον πηδάει. Γυρίζει σε κακά χάλια στο χωριό, όπου όλοι αντιλαμβάνονται τι του συνέβη, αλλά αποφεύγουν να το σχολιάσουν. Ο κυνηγός δεν μιλάει σε κανέναν. Παίρνει ένα πολυβόλο και ξαναβγαίνει για την αρκούδα. Πάλι όμως αιφνιδιάζεται και τον πηδάει η αρκούδα. Οι προσπάθειες του κυνηγού επαναλαμβάνονται λίγες φορές ακόμα, όπως βέβαια και τα πηδήματα. Απογοητευμένος και ....πληγωμένος κάθεται με τις μέρες στο παράθυρο του καφενείου, χωρίς να μιλάει σε κανέναν και αγναντεύοντας το δάσος. Οι συγχωριανοί του κάποια στιγμή τον λυπούνται και σπεύδουν να τον παρηγορήσουν :
- Εντάξει ρε συ φίλε. Δεν έγινε και τίποτα. Και άλλοι την έχουν πατήσει έτσι μ΄ αυτή την αρκούδα.
- Καλά ρε παιδιά, αλλά ούτε ένα γράμμα , ούτε ένα τηλέφωνο...
Eνας τύπος πλησιάζει έναν άλλο στην παραλία και του λεει:
- Συγνώμη, κύριε, ο γιος σου έγραψε το όνομά του στην άμμο."
- "Και πού είναι το κακό;", απορεί ο άλλος.
- "Το έγραψε κατουρώντας πάνω στην άμμο.", λεει ο πρώτος.
- "Eλα, μωρέ, δεν πειράζει", λεει ο άλλος, "παιδιαρίσματα είναι αυτά!"
- "Δεν είναι καθόλου παιδιαρίσματα.", ξαναλέει ο πρώτος. "Ο γραφικός χαρακτήρας είναι της κόρης μου".
Βγαίνουν τα παιδάκια από το σχολείο και στο απέναντι πεζοδρόμιο πηδιούνται δυο σκυλιά.
- Κυρία, τι κάνουν αυτά τα σκυλιά;
- Να, το σκυλί που είναι από πίσω βοηθάει το άλλο να το πάει στο νοσοκομείο γιατί είναι άρρωστο.
- Καλά καλέ κυρία, κι είναι ανάγκη να το πάει γαμιόντας;
Δύο γεροντάκια κάθονται σε ένα καφενείο μες στην Αθήνα και αναπολούν το παρελθόν.
- Α, βρε Γιώργη, θυμάμαι όταν ήμουν μικρός δεν υπήρχαν αυτές οι πολυκατοικίες. Στη θέση τους υπήρχαν λιβάδια. Τρέχαμε, παίζαμε μπάλα, ωραία χρόνια...
- Ναι, βρε Θανάση. Και αυτός ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος. Όταν ήμουν μικρός εδώ ήταν ένα ποτάμι. Κατεβαίναμε, θυμάμαι και ρίχναμε καμιά βουτιά, ψαρεύαμε κιόλας. Τώρα το έχουν μπαζώσει και το κάνανε δρόμο. Τι να πεις...
- Να σου πω, βρε Γιώργη, βλέπεις αυτόν το βράχο;
- Το βλέπω
- Εδώ έριξα το πρώτο μου πήδημα κι εκεί δίπλα καθόταν η μάνα της...
- Η Μάνα της; Και τι έλεγε;
- Μπεεεεεεεεεεεεε.......
Ήταν δυο αγελάδες σε καταπράσινα λιβάδια και βόσκαγαν χορταράκια. Σε μια στιγμή λεει η μια:
- Μμμμμμμμμμ.
και η άλλη:
- Έλα μωρή, από το στόμα μου το πήρες, και εγώ αυτό ήθελα να πω.
Σε μια άλλη παρέα δύο αγελάδων:
- Μμμμμμμμμμμ
- Μμμμμμμμμμμμμμμ
- Μμμμμμμμμμμμμ
- Μωρή δεν λέμε και τίποτα άλλο; Όλο τα ίδια θα λέμε;
Μία γυναίκα προσπαθεί να ανέβει στο λεωφορείο αλλά η φούστα της είναι πολύ στενή και δεν μπορεί. Βάζει τα χέρια της πίσω της για να κατεβάσει το φερμουάρ λίγο και ξαναδοκιμάζει. Η φούστα όμως είναι πολύ στενή ακόμη. Ξανακάνει το ίδιο αλλά και πάλι δεν μπορεί. Το κάνει και τρίτη φορά και εκεί που πάει να δοκιμάσει, νιώθει δύο χέρια από πίσω της να τη σπρώχνουν για να ανέβει. Γυρίζει αμέσως νευριασμένη:
- Κύριε, παρακαλώ πολύ. Δεν σας ξέρω τόσο καλά ώστε να το κάνετε αυτό!
Και αυτός απαντάει:
- Κυρά μου, ούτε εγώ σε ξέρω τόσο καλά για να μου ξεκουμπώνεις το φερμουάρ μου!
Ένας τύπος μας μπαίνει στο μπαρ και δείχνει να είναι πολύ απογοητευμένος από την ζωή του. Παραγγέλνει ένα ποτό και μόλις ο μπάρμαν τον σερβίρει, το καταπίνει με μια κίνηση. Αμέσως παραγγέλνει και δεύτερο και τρίτο και όλα έχουν την ίδια τύχη. Συμπονετικός ο μπάρμαν τον ρωτά αν θέλει να μιλήσει για το πρόβλημά του. Ο απογοητευμένος πελάτης λεει:
- Τι να πω, ρε φίλε, τι να πω. Τους τελευταίους μήνες, υποψιαζόμουν την γυναίκα μου ότι με απατούσε. Έτσι, σήμερα, έφυγα από την δουλειά μου και πήγα στο σπίτι πιο νωρίς. Την έπιασα στο κρεβάτι με τον καλύτερο φίλο μου.
- "Αμάν", λεει ο μπάρμαν. Και αν δεν σε πειράζει που ρωτάω, τι του είπες του καλύτερου φίλου σου σε αυτήν τη φάση;
- Τον κοίταξα κατευθείαν μέσα στα μάτια και του φώναξα: Κακό σκυλί!
Καλοκαιριάτικο σούρουπο, σε ένα παρκάκι. Σε ένα από τα παγκάκια, ένα ζευγαράκι χαμουρεύεται. Κάποια στιγμή, η κοπελιά λεει:
- Γιώργο.
- Μνμμνμμμν ...
- Γιώργο.
- Μνμμνμμμν ...
- Γιώργο σου μιλάω.
- Μνμμνμμμν ... Τι είναι;
- Βγάλε τα γυαλιά σου. Μου γρατζουνάς τα μπούτια.
- Μμμ, καλά.
Περνάνε πέντε λεπτά ησυχίας. Κάποια στιγμή η κοπελιά κάνει πάλι:
- Γιώργο.
- Μνμμνμμμν ...
- Γιώργο.
- Μνμμνμμμν ...
- Γιώργο σου μιλάω.
- Ελα μωρέ, τι είναι τώρα;
- Ξαναφόρεσε τα γυαλιά σου. Γλύφεις το παγκάκι.
Πάει ένας βαρύς κι ασήκωτος τύπος σ' ένα μπαρ και λεει στο μπάρμαν να του σερβίρει το πιο δυνατό ποτό που έχει. Ο μπάρμαν του δίνει κάτι πολλών αλκοολικών βαθμών οπωσδήποτε. Ο τύπος το πίνει αλλά δε μένει ευχαριστημένος και δηλώνει ότι θα ξαναπάει στο μαγαζί την επόμενη μέρα, για κάτι πιο δυνατό. Την άλλη μέρα ξανά μια από τα ίδια: Ο τύπος ζητάει κάτι πολύ δυνατό, ο μπάρμαν του δίνει κάτι, δυνατότερο απ' αυτό της προηγούμενης μέρας, ο τύπος δεν το βρίσκει αρκετά δυνατό και δηλώνει ότι, αν την επόμενη μέρα δεν του σερβίρουν κάτι πραγματικά δυνατό, θα το κάνει το μαγαζί..... καλοκαιρινό. Την άλλη μέρα ο τρομοκρατημένος μπάρμαν του σερβίρει ένα... κοκτέιλ από βιτριόλι, ακουαφόρτε και ολίγο οξικό οξύ, έτσι για να ΄ναι πιο διεισδυτικό. Ο τύπος το πίνει και ενθουσιάζεται:
- Μπράβο, ρε παιδί, αυτό είναι ποτό!
Η ιστορία επαναλαμβάνεται για κάμποσες μέρες ακόμη και, τελικά, ο τύπος ρωτάει τον μπάρμαν να του πει πώς το φτιάχνει το ποτό. Ο μπάρμαν του εξηγεί και μια έκφραση ηρεμίας απλώνεται στο πρόσωπο του τύπου, καθώς λεει:
- Ε έτσι εξηγείται.
- Έτσι εξηγείται τι πράμα; ρωτάει ο μπάρμαν.
- Μωρέ, να: Είναι κάτι μέρες τώρα, που τρυπάνε τα σώβρακα, όταν κλάνω.
Ένα μικρό ερυθροδερμάκι τους, που έχει αλαλιάσει στις ερωτήσεις τους μεγάλους, ρωτάει τη μητέρα του:
- Γιατί ο αδελφός μου λέγεται «Δυνατή Καταιγίδα»;
- "Γιατι τον συνέλαβα στη διάρκεια μιας δυνατής καταιγίδας", απαντάει η μητέρα.
- Εντάξει, αλλά γιατί η αδελφή μου λέγεται «Αραποσίτι»;
- Γιατί ο πατέρας σου κι εγώ δουλεύαμε στο αραποσίτι στο χωράφι μας όταν την συνέλαβα.
- Και η μεγάλη μου αδελφή γιατί λέγεται «Παιδί του Φεγγαριού»;
- "Βλέπαμε το φεγγάρι, όταν κάναμε την αδελφή σου", εξηγεί η μητέρα και μετά από μικρή παύση, συνέχισε:
- Πες μου, γιατί είσαι τόσο περίεργος, «Τρύπια Καπότα»;
Ήταν κάποτε 3 τύποι σε μια δημόσια τουαλέτα : 2 Αμερικάνοι (λευκός και μαύρος) και ένας Ρώσος.
Κάποια στιγμή βγάζει έξω ο λευκός Αμερικάνος μια πούτσα 20 πόντους την δείχνει επιδεικτικά στους άλλους και τους λεει:
- Μπιλ...
Μετά την βγάζει έξω ο μαύρος Αμερικάνος : μια ψωλή 30 πόντους, την δείχνει στους άλλους 2 και λεει περήφανα :
- Μπούφαλο Μπιλ...
Αργότερα ήρθε η σειρά του Ρώσου να κατουρήσει, βγάζει έξω ο Ρώσος μια κανονική ψωλή των 18 πόντων αλλά με 3 αρχίδια και λεει στους άλλους :
- Τσέρνο Μπιλ...
Τρεις άντρες περηφανεύονταν για το πλήθος των οικογενειών τους. Λεει ο πρώτος φουσκώνοντας σαν παγώνι:
- Έχω 4 γιους και η γυναίκα μου είναι έγκυος με τον 5ο. Πέντε αγόρια, θα κάνω ομάδα του μπάσκετ!
Ο δεύτερος, για να μη χάσει την πρωτιά, λεει:
- Αυτό δεν είναι τίποτα! Εγώ έχω δέκα γιους αυτή τη στιγμή, και η γυναίκα μου είναι έγκυος με ακόμα ένα γιο. Αυτό μας κάνει 11... Θα κάνω ομάδα ποδοσφαίρου!
Ο τρίτος, τους κοιτάει και βάζει τις φωνές:
- Σας τρωω και τους δυο! Έχω 17 γυναίκες. Ακόμα μία και θα έχω γήπεδο του γκολφ!
Είναι νωρίς το πρωί και η μαμά ξυπνάει το γιο της.
- Ξύπνα γιε μου, είναι ώρα να πάς στο σχολείο.
- Δεν θέλω να πάω στο σχολείο, θέλω να κοιμηθώ!
- Και γιατί δεν θέλεις να πας στο σχολείο;
- Γιατί τα παιδιά με μισούν. Και οι καθηγητές με μισούν.
- Ε, αυτό δεν είναι δικαιολογία για να μην πάς...
- Και γιατί να πάω;
- Γιατί είσαι 52 χρονών. Και είσαι ο διευθυντής του σχολείου.
Ένας καουμπόης περπατούσε στην έρημο εξαντλημένος από την δίψα. Δρόμο πήρε, δρόμο άφησε και φτάνει σε μια βρύση με καθαρά και γάργαρα νερά. Αλλά, εκεί που έπινε νερό να και ένα φιδάκι κολοβό ο Διαμαντής. Βγάζει το πιστόλι να το πυροβολήσει και του λεει το φίδι:
- Μην με σκοτώσεις, σε παρακαλώ, και θα σου κάνω τρεις χάρες.
- "Για να μιλάει, θα είναι μάγος", σκέφτεται. "Θέλω να με κάνεις τον πιο γρήγορο πιστολά, πιο γρήγορο και από τον Λούκι Λουκ. Θέλω να με κάνεις τον πρώτο γόη, ώστε καμία να μην μου αντιστέκεται, τέλος, θέλω το πέος μου να γίνει μεγάλο όσο είναι και του αλόγου μου.
- "Πες το και έγινε" είπε το φίδι και εξαφανίστηκε.
Επιστρέφει λοιπόν στο χωριό και πάει στο σαλούν. Έρχονται κάτι πολύ κακοί ληστές, με προβληματική παιδική ηλικία και βαρύς αχός ακούγεται πολλά τουφέκια πέφτουν όπως στις ταινίες. Αλλά ο δικός μας τους καθαρίζει όλους σαν ο πιο γρήγορος. Τον βλέπουν τα κορίτσια του χωριού, τα παίζουν, τον ερωτεύονται και τον παίρνουν άρον-άρον σε ένα δωμάτιο για άγριο σεξ. Εκεί ο τύπος γδύνεται και ανακαλύπτει ότι το άλογό του είναι φοράδα...
Κάποιος άτυχος τύπος αναγκάζεται λόγω βλάβης ,να σταματήσει βράδυ με το αυτοκίνητο του κάπου στην εθνική οδό και περιμένει κάνοντας οτοστόπ κάποιον περαστικό να τον πετάξει στην διπλανή πόλη, για να βρει κάποιο ξενοδοχείο να περάσει την νύχτα και το άλλο πρωί να διορθώσει το αμάξι του και να φύγει. Εκεί που απελπίστηκε γιατί δεν περνούσε κανένας σταματά μια νταλίκα. Όλο χαρά ανεβαίνει και ευχαριστεί τον νταλικέρη που σταμάτησε μέσα στην νύχτα να τον πάρει. Ο νταλικέρης ανέκφραστος δεν βγάζει κουβέντα και ούτε γυρίζει να τον κοιτάξει. Ο τύπος αμήχανος προσπαθεί με διάφορους τρόπους να ανοίξει συζήτηση με τον νταλικέρη αλλά ο νταλικέρης συνεχίζει να τον αγνοεί. Κάποια στιγμή μετά κανένα μισάωρο ο τύπος εξεγείρεται με την συμπεριφορά του νταλικέρη και γυρνάει και του λεει:
- Καλά τι άνθρωπος είσαι εσύ, που σταματάς μέσα στην νύχτα και ανεβάζεις στο αυτοκίνητό σου τον πρώτο τυχόντα και δεν γυρνάς να δις άμα είμαι άνδρας , αν είμαι γυναίκα , αν είμαι εγκληματίας...
Και ο νταλικέρης ατάραχος:
- Είτε άντρας , είτε γυναίκα τον πούτσο θα τον φας...
Ένας τύπος τον είχε 50 πόντους αλλά δεν μπορούσε να τον βολέψει πουθενά! Τέτοια πίκρα. Πάει λοιπόν σε έναν γιατρό και του λεει "το και το". Ο γιατρός του λεει ότι η επιστήμη δεν μπορεί να κάνει τίποτα σε αυτή την περίπτωση, και να δοκιμάσει μαγικά φίλτρα και καφετζούδες. Τι να κάνει το παλικάρι μες στην απελπισία του δοκιμάζει και από αυτό. Πάει λοιπόν σε μια μάγισσα και αυτή του λεει:
- Θα πας στο δάσος και θα βρεις μια λίμνη που ζει ένα βατραχάκι. Θα του ζητήσεις να σε παντρευτεί και αυτό θα σου πει "όχι". Κάθε φορά που θα σου λεει το "όχι" θα σου μικραίνει 10 πόντους.
Τρελάθηκε ο τύπος πάει και στην λίμνη και βρίσκει το βατραχάκι.
- Βατραχάκι θα με παντρευτείς;
- "Όχι", λεει το βατραχάκι.
Την χουφτώνει και πράγματι είχε μικρύνει 10 πόντους. Ξαναδοκιμάζει:
- Βατραχάκι θα με παντρευτείς;
- "Όχι" λεει το βατραχάκι.
Την χουφτώνει και πράγματι είχε μικρύνει άλλους 10 πόντους.
- "Ωραία", σκέφτεται "τώρα είναι 30 πόντους, αν την κάνω 20 θα είναι πολύ καλά, θα είμαι περιζήτητος στα κορίτσια"
Ξαναδοκιμάζει τελευταία φορά:
- Βατραχάκι θα με παντρευτείς;
- Μα πόσες φορές θα στο πω ; Όχι, όχι, όχι!!
Πέφτει-ένα αεροπλάνο στη ζούγκλα και τους επιζώντες τους πιάνει μια φυλή ανθρωποφάγων ζουλού. Οι πολεμιστές-ανθρωποφάγοι τους βάζουν σε μια σειρά τους παρουσιάζουν ένα-ένα στον αρχηγό, ο οποίος τους ρωτάει τα ονόματά τους:
- Πως σε λενε εσένα;
- Ανδρέα, απαντά ο αιχμάλωτος.
- "Φατε τον!", προστάζει ο αρχηγός.
- Και εσένα;
- Μαρία.
- Φατε την!
Φτάνει στον τελευταίο στον οποίο κάνει την ίδια ερώτηση:
- Πως σε λενε εσένα;
- Θανάση, λεει ο άλλος.
- Που είσαι ρε Θανάση, φάγαμε όλον τον κόσμο να σε βρούμε...
Στο κεντρικό μπαρ της πόλης, ο μπάρμαν ήταν ο πιο δυνατός άντρας της περιοχής και έβαλε ένα στοίχημα διαρκείας με όλους τους πελάτες του, ότι όποιος απ' αυτούς θα μπορούσε να βγάλει έστω και μια σταγόνα χυμό από ένα λεμόνι που θα το 'χε στύψει ο μπάρμαν πρώτα, θα κέρδιζε £1000 Πολλοί προσπάθησαν αλλά όλοι απέτυχαν. Μια μέρα ένας καχεκτικός και κακάσχημος ανθρωπάκος μπαίνει μέσα στο μπαρ και δηλώνει ότι θέλει να παραβγεί με τον μπάρμαν στο στύψιμο του λεμονιού. Μόλις καταλάγιασαν λιγάκι τα γέλια των θαμώνων, ο μπάρμαν παίρνει ένα λεμόνι, το στύβει και το δίνει στο ανθρωπάκι. Τα γέλια των θαμώνων πάγωσαν, όταν είδαν απ' το ήδη στυμμένο λεμόνι να βγαίνουν 6 σταγόνες χυμού και να πέφτουν μέσα στο ποτήρι. Το πλήθος άρχισε να τον ζητωκραυγάζει, ο μπάρμαν του έδωσε τις £1000 και ρώτησε τον ανθρωπάκο τι δουλειά έκανε. Ήταν αρσιβαρίστας, παλαιστής, τι ήταν, τέλος πάντων;
Και ο ανθρωπάκος απάντησε:
- Εφοριακός...
Ο χωρικός πάει για πρώτη φορά στην Αθήνα και πιάνει φιλία με κάποιον Αθηναίο. Μετά από λίγη ώρα, καταλήξανε και στον κινηματογράφο να βλέπουν γουέστερν. Κάποια στιγμή ο σερίφης στο έργο κυνηγάει τον κακό ληστή και εκεί να τον πιάσει, αλλά ο ληστής όλο και ξεφεύγει, ώσπου φτάνουνε σ' ένα χαντάκι.
- Χωρικέ, λεει ο Αθηναίος, πάει στοίχημα ένα χιλιάρικο ότι θα πέσει ο ληστής στο χαντάκι;
- Όχι, ρε συ, θα το περάσει.
- Πάει στοίχημα;
- Πάει.
Προσπαθεί ο ληστής να περάσει το χαντάκι, αλλά μπουρδουκλώνεται και πέφτει. Ο χωρικός πληρώνει το χιλιάρικο στον Αθηναίο και όταν η ταινία τελειώνει, ο τελευταίος επιστρέφει το χιλιάρικο και λεει:
- Δεν είναι δίκιο, πάρ' τα λεφτά σου πίσω. Το 'χω δει το έργο και ήξερα ότι θα πέσει ο ληστής.
- Κι εγώ το 'χω δει άλλες δυο φορές, λεει ο χωριάτης, αλλά έλεγα μήπως αυτή τη φορά το περάσει.
Ένας Ιταλός, ένας Εβραίος κι ένας Τούρκος είναι στον παράδεισο και θέλουν να κατέβουν στη γη. Του έχουν φορτωθεί άσχημα του Αγίου Πέτρου και, για να τους ξεφορτωθεί, τους λεει:
- Θα πάτε στη γη, αλλά με όρους: Ο Ιταλός δε θα φαει πίτσα, ο Εβραίος δε θα πιάσει λεφτά στα χέρια του κι ο Τούρκος δε θα το κάνει... οθωμανικά. Αν κάποιος παρεκτραπεί, θα τον πάρω πίσω αμέσως.
Καλά περνάγανε στη γη λοιπόν. Κάποια στιγμή όμως περάσανε κι από μια πιτσαρία κι ο Ιταλός δεν άντεξε. Μπαίνει μέσα, παραγγέλνει και μόλις βάζει την πρώτη μπουκιά στο στόμα του, τσουπ, εξαφανίζεται. Ο Εβραίος κι ο Τούρκος τρομοκρατήθηκαν, αλλά εκεί που περπάταγαν, το μάτι του Εβραίου βλέπει μια χρυσή λίρα στο δρόμο. Δεν κρατήθηκε. Σκύβει να την πάρει και, τσουπ, εξαφανίστηκε ο Τούρκος.
Κάθετε μια μύγα στο αυτί ενός σκύλου :
- Δεν μου λες σκύλε, τι ράτσα είσαι;
- Λυκόσκυλο.
- Και που το ξέρεις;
- Να η μητέρα μου ήταν σκύλα, ο πατέρας μου λύκος, ζευγαρώσανε και βγήκα εγώ... Εσύ τι μύγα είσαι;
- Αλογόμυγα.
- Σιγά ρε μεγάλε...
Ένας τυφλός στον Εθνικό κήπο με ένα σκύλο-οδηγό σταματά, αρπάζει την αλυσίδα γερά και φέρνει τον σκύλο δυο τρεις περιφορές πάνω από το κεφάλι του. Επεμβαίνει ένας και ρωτά:
- Τι κάνεις ρε φίλε εκεί πέρα;
- Α, τίποτα, απλά ρίχνω μια ματιά τριγύρω!
Περπατάει η Κοκκινοσκουφίτσα στο δάσος και πίσω από έναν κορμό δέντρου βλέπει το μεγάλο κακό λύκο. Πάει κοντά και του λεει:
- Τι μεγάλα μάτια που έχετε, κ. Λύκε!
Ο λύκος σηκώνεται όρθιος και απομακρύνεται. Παρακάτω στο μονοπάτι του δάσους, η Κοκκινοσκουφίτσα βλέπει πάλι το λύκο. Τούτη τη φορά, πίσω από μια ρίζα που προεξείχε απ' το έδαφος.
- "Τι μεγάλα αυτιά που έχετε, κ Λύκε", είπε η Κοκκινοσκουφίτσα.
Πάλι ο λύκος σηκώνεται και φεύγει. Κάνα χιλιόμετρο παρακάτω στο μονοπάτι η Κοκκινοσκουφίτσα βλέπει το λύκο πάλι, πίσω από ένα θάμνο.
- Τι τεράστια δόντια που έχετε, κ. Λύκε. Τότε ο εκνευρισμένος ο λύκος πετάγεται όρθιος και ουρλιάζει:
- Θα είχες την ευγενή καλοσύνη να εξαφανιστείς από μπροστά μου. Απ' το πρωί προσπαθώ να χέσω...
Πάει ένας στο δημαρχείο και ρωτάει τον υπάλληλο:
- Γίνεται ν' αλλάξω το όνομά μου;
- Είναι λίγο δύσκολο, πρέπει να υπάρχει σοβαρός λόγος. Πώς λέγεστε;
- Γιώργος Μαλάκας.
- Α, αυτός είναι σοβαρός λόγος ν' αλλάξετε όνομα. Πώς θέλετε να ονομασθείτε;
- Δημήτρης...
Ο πατέρας ακούει κρυφά το μικρό γιο να προσεύχεται:
- Θεέ μου φύλαγε τον μπαμπά μου, την μαμά μου, τη γιαγιά μου και δώσε χαιρετίσματα στον παππού μου.
Παραξενεύτηκε λίγο, αλλά δεν έδωσε σημασία. Την άλλη μέρα ο παππούς πέθανε. Μετά από λίγο καιρό πάλι τα ίδια ο μικρός:
- Θεέ μου φύλαγε τον μπαμπά μου, την μαμά μου, και δώσε χαιρετίσματα στην γιαγιά μου.
Την άλλη μέρα η γιαγιά πέθανε. Ο πατέρας παραξενεύτηκε για τα καλά. Μετά από λίγο καιρό πάλι τα ίδια ο μικρός:
Θεέ μου φύλαγε την μαμά μου και δώσε χαιρετίσματα τον μπαμπά μου...
Τρελάθηκε ο πατέρας, ξύπνησε νωρίς, για να μην πέσει σε κυκλοφορία μεγάλη, πήγε δουλειά και γύρισε στο σπίτι μετά τα μεσάνυκτα. Ήταν ακόμα ζωντανός.
- Συγγνώμη αγάπη μου", είπε "αλλά ήταν μια δύσκολη μέρα στο γραφείο σήμερα"
- Εσύ είχες δύσκολη μέρα;", είπε η σύζυγος, "εγώ τι να πω, που πέθανε ο ταχυδρόμος μπροστά στην πόρτα του σπιτιού μας, το πρωί;"
Μπαίνει ένας σε ένα μπαρ και ρωτάει έναν τύπο:
- Ο σκύλος έξω δικός σας είναι;
- Ναι, γιατί;
- Να, ο σκύλος μου σκότωσε τον δικό σας.
- Πως; μα καλά με τέτοιο δολοφόνο κυκλοφορείτε; Τι ράτσα είναι;"
- Τσιουάουα.
- Μα καλά το Τσιουάουα σου σκότωσε το ντόπερμαν μου;
- Ναι, το δικό σου κατάπιε το δικό μου και πνίγηκε...
Ο Μήτρος ζητάει άδεια απ' τη μονάδα του, για να πάει στο χωριό να παντρευτεί.
- Εντάξει, του λεει ο λοχαγός. Θα σου δώσω άδεια, αν μου υποσχεθείς ότι, όταν θα γυρίσεις, θα μας κάνεις μια πλήρη περιγραφή της πρώτης νύχτας του γάμου.
Ο Μήτρος το υποσχέθηκε, πήρε την άδεια του, πήγε στο χωριό του, παντρεύτηκε κι όταν τέλειωσε η άδεια, επέστρεψε στη μονάδα του. Το βραδάκι της ίδιας μέρας, ο λοχαγός μαζεύει το λόχο και λεει στο Μήτρο να τους περιγράψει τα της πρώτης νύχτας του γάμου. Θέλοντας και μη, ο Μήτρος ξεκίνησε:
- Την Τρίτη το πρωί...
- "Για σιγά ρε," τον έκοψε ο λοχαγός, "πότε έγινε ο γάμος;"
- Σάββατο βράδυ.
- Ε, για το Σάββατο το βράδυ θέλουμε να μας πεις, μετά που μείνατε μόνοι σας.
- Την Τρίτη το πρωί...
- Για την πρώτη νύχτα του γάμου θέλω ν' ακούσω, ρε, βάζει τις φωνές ο λοχαγός.
- "Την Τρίτη το πρωί...", ξανά ο Μήτρος.
Κάτι πάει να πει ο λοχαγός, τον σταματάει ο επιλοχίας.
- Αφήστε τον, κ. λοχαγέ, να δούμε πού θέλει να καταλήξει.
Οπότε ο Μήτρος συνεχίζει:
- Την Τρίτη το πρωί μου λεει η Στυλιανή: «Μήτρο μου, μου τον βγάζεις λιγάκι, να παω να κατουρήσω;»
Η δασκάλα είπε στα παιδιά να της πούνε μια πρόταση με τη λέξη προφανώς. Λεει η Μαρία:
- Εμείς μένουμε σε μια μεγάλη βίλα. Προφανώς είμαστε πλούσιοι.
- Μπράβο Μαρία.
Λεει η Ελενίτσα:
- Το Σαββατοκύριακο είχαμε πάει βόλτα με το σκάφος μας. Προφανώς είμαστε κι εμείς πλούσιοι.
- Μπράβο Ελενίτσα.
Λεει κι ο Τοτός:
- Το Σαββατοκύριακο πήγαμε στο χωριό αλλά δε βρήκαμε τη γιαγιά στο σπίτι. Αφού περιμέναμε λίγο την είδαμε να κατηφορίζει από απέναντι με τους Financial times στο χέρι. Προφανώς είχε πάει για χέσιμο.
Τρεις μαθητές του γυμνασίου, ένας εβραίος, ένας ιταλός κι ένας μαύρος είναι στο προαύλιο του σχολείου στο διάλειμμα. Ο εβραίος λεει:
- Ας παίξουμε ένα καινούργιο παιχνίδι.
- "Τι;", ρωτάνε οι άλλοι.
- "Ποιος έχει το μεγαλύτερο πέος", τους λεει ο εβραίος.
Το δεχτήκανε οι άλλοι, βγάζει ο εβραίος το πέος του έξω.
- "Αυτό δεν είναι τίποτα", του λεει ο ιταλός, που αμέσως ξεκουμπώνεται και βγάζει το δικό του, που ήταν μεγαλύτερος απ' του εβραίου. Ο μαύρος με τη σειρά του, βγάζει το δικό του που ήταν όσο ήταν τα άλλα δυο μαζί και κέρδισε. Πάει ο μαύρος στο σπίτι του και τον ρωτάει η μητέρα του τι έγινε στο σχολείο.
- Έκανα κάτι πειράματα στο μάθημα της χημείας, λεει αυτός, είχαμε διαγώνισμα στα μαθηματικά και διάβαζα στην τάξη ένα απόσπασμα από ένα καινούριο βιβλίο και στο διάλειμμα παίξαμε ένα καινούριο παιχνίδι.
- Τι παιχνίδι ήταν αυτό, χρυσό μου, ρώτησε η μαμά.
- Ο Ιακώβ και ο Τζιάνιννι βγάλανε τα πέη τους έξω, έβγαλα κι εγώ το δικό μου, που ήταν το μεγαλύτερο. Τα άλλα παιδάκια είπαν ότι ήταν μεγαλύτερο επειδή είμαι μαύρος.
- "Όχι, παιδί μου", είπε η μητέρα, "είναι γιατί είσαι 23 χρονών".
- Γυναίκα, αποφάσισα να ξενιτευτώ. Εδώ διαβάζω ότι στη Σουηδία το κράτος πληρώνει με 25.000 δραχμές την κάθε σεξουαλική επαφή με τις Σουηδέζες, για να χτυπηθεί η υπογεννητικότητα...
Και η γυναίκα του:
- Να πας, αγάπη μου, και να σε δω πώς θα τη βγάζεις με 25.000 δραχμές το μήνα στη Σουηδία...
Kαλό κορίτσι η Μαρία, αλλά πολύ αθώα. Η μητέρα της ανησυχούσε συνεχώς για το τι θα απογίνει. Όταν έμαθε ότι η κόρη θα έβγαινε ραντεβού και με έναν άγνωστο κόντεψε να πάθει έμφραγμα με τη σκέψη του τι μπορεί να συνέβαινε. Την έπιασε λοιπόν, λίγο πριν φύγει, και την συμβούλεψε τα παρακάτω:
- Πρόσεξε κόρη μου. Τώρα που θα πας στο ραντεβού, αν, λεω αν, τυχόν ο συνοδός σου προσπαθήσει να σου πιάσει τα βυζιά, θα του πεις, "μη, έχει αγκάθι και τρυπάει", εντάξει; Και αν, αν, λεω, αν προσπαθήσει να σε πιάσει χαμηλά, ξέρεις, ανάμεσα στα πόδια, θα τον σταματήσεις λέγοντας του "μη, είναι φούρνος και καιει". Να θυμάσαι αυτές τις συμβουλές έτσι;.
Χαρούμενη, και σίγουρη με τις συμβουλές τις μάνας της, φεύγει η Μαρία. Περνούν οι προκαθορισμένες ώρες, περνά και άλλη μία, περνούν δύο τρεις, η μητέρα της έβγαλε σπυράκια από την ανησυχία της. Τι κάνει τόσες ώρες, τι να έπαθε, δεν τα συνηθίζει αυτά, και άλλα τέτοια. Τελικά, λίγο πριν η μητέρα της ειδοποιήσει το στρατό να πάει να τη βρει, κατά τις τέσσερις το πρωί, εμφανίζεται στο κεφαλόσκαλο η Μαρία. Η μάνα της, σίγουρη ότι είναι καλά, αρχίζει το κλασσικό μοτίβο:
- Που ήσουν παλιοκόριτσο, λωρίδες θα βγεις από τα χέρια μου, λέγε γρήγορα τι σου συνέβη και καλύτερα να είναι πιστευτό.
- Ήμουν με το Γιώργο μαμά. Με πήγε για φαγητό.
- Τόσες ώρες για φαγητό, ε; Λέγε που πήγατε.
- Ε, να, μετά το φαγητό, πήγαμε μια βόλτα στην παραλία.
- Τι, βόλτα στην παραλία η δική μου κόρη! Παλιοκόριτσο, θα σε ταράξω. Και μετά τι έγινε;
- Ε, καθίσαμε στα βραχάκια.
- Βραχάκια; Άκου βραχάκια. Και τι διάολο κάνατε στα βραχάκια;
- Ε, μιλούσαμε και να, κάποια στιγμή πήγε να μου πιάσει τα βυζιά.
- Και εσύ πως αντέδρασες;
- Ε, φυσικά του είπα, σταμάτα, έχει αγκάθι και τρυπάει.
- Α, πάλι καλά. Και τότε σε έφερε πίσω, ε;
- Εεεεε, όχι τότε ήταν που προσπάθησε να με πιάσει κάτω χαμηλά, ανάμεσα στα πόδια.
- Και εσύ τι έκανες; τι έκανες, ε;
- Ε, μα ότι με συμβούλεψες. Του είπα, μη, σταμάτα, είναι φούρνος και θα σε κάψει.
- Μπράβο κόρη μου. Τότε ήταν που σε παράτησε και γύρισες με τα πόδια, ε;
- Εεε, όχι ακριβώς, τότε είπε: "Να βάλω ένα λουκάνικο στον φούρνο να το ψήσω;
- Και τι έγινε;
- Ε, ρε μάνα, δυόμισι ώρες το έψηνε, και όταν το έβαλα στο στόμα μου, ακόμη ωμό ήταν.
Παει ένας βαμβακοπαραγωγός στη διεθνή έκθεση Θεσσαλονίκης στο τμήμα με τα μηχανήματα που αφορούν τη δουλειά του και βλέπει ένα μηχάνημα. Ρωτάει λοιπόν:
- Τι κάνει αυτό το μηχάνημα;
- "Αυτό ανοίγει τρύπες και βάζει το σπόρο μέσα", άπαντα ο υπάλληλος.
- "Αυτό;", Ρώτα ο παραγωγός και δείχνει ένα άλλο μηχάνημα.
- Αυτό κάνει ότι και το προηγούμενο αλλά τα ποτίζει και όλο το χρόνο.
- Αυτό; και δείχνει ένα άλλο.
- Αυτό κάνει ότι και τα δυο προηγούμενα αλλά μόλις το βαμβάκι είναι έτοιμο το μαζεύει κιόλας.
- Αυτό;
- Αυτό ότι και τα άλλα τρία αλλά το βάζει και στην αποθήκη.
- Δε μου λες πίπες κάνουνε;
- Μα τι λετε κύριέ μου; βεβαίως όχι...
- Κράτα τα όλα παλικάρι. Πάλι βουλγάρες θα πάρω...
Παει ένας παππούλης σε ένα φαρμακείο και ζητάει 25 mg βιάγρα.
- "Μα παππούλη", του λεει ο φαρμακοποιός, "αυτά δεν φτάνουνε για σένα. Εσύ χρειάζεσαι τουλάχιστον 1000 mg."
- "Όχι καλά είναι και τα 25", του λεει ο παππούς, "θέλω μόνο να την βρίσκω το πρωί να κατουράω..."
Μια γυναίκα βλέπει έναν γέρο άντρα σε αναπηρικό καροτσάκι να κάνει βόλτες στην αυλή του σπιτιού του και αναφωνεί:
- Δεν έχω ξαναδεί τόσο χαρούμενο κύριο! Ποιο είναι το μυστικό σας για μια μακρόχρονη χαρούμενη ζωή;
- Καπνίζω τρία πακέτα τσιγάρα την ημέρα, πίνω μια κάσα μπουκάλια ουίσκι, τρωω λιπαρές τροφές και δεν ασκούμαι καθόλου!
- Και πόσο χρονών είστε;
- Είκοσι έξι..
Τρεις γυναίκες, μια μελαχρινή, μια καστανή, και μια ξανθιά πεθαίνουν και φτάνουν ταυτόχρονα στην πόρτα του παραδείσου. Αρχίζουν να κλαινε και να θρηνούν και ο Άγιος Πέτρος αποφασίζει να τους δώσει μια ευκαιρία να ξαναγυρίσουν πίσω, αρκεί οι δικαιολογίες τους να είναι αληθινές, αλλιώς, θα τις έστελνε στην Κόλαση. Αρχίζει η μελαχρινή.
- Σκέφτομαι... τους δικούς μου... θα κλαιει η μαμά μου, ο μπαμπάς μου...
- "Σταμάτα", της λεει ο Άγιος, "η μαμά σου και ο μπαμπάς σου έχουν πεθάνει προ πολλού. Στην κόλαση..."
Η καστανή:
- Σκέφτομαι... τα παιδιά μου... τον άντρα μου... τι θα απογίνουν χωρίς εμένα;
- Σταμάτα, ούτε παντρεμένη είσαι, ούτε παιδιά έχεις. Στην κόλαση!
Η ξανθιά:
- Σκέ... σκέφτομαι...
- Σταμάτα! Στην κόλαση! Άκου σκέφτεται...